ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ/ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΗΘΗ & ΕΘΙΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΛΑΪΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΞΕΝΑΓΗΣΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
 
 
    ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
   
 
 
     
  ΙΣΤΟΡΙΑ  
     
  Κοινή ιστορία Παλαιχωρίων

Το Παλαιχώρι είναι ένα χωριό το οποίο αποτελείται από δύο κοινότητες και 2 κοινοτικά συμβούλια, το Παλαιχώρι Ορεινής και το Παλαιχώρι Μόρφου. Τόσο το Παλαιχώρι Ορεινής, όσο και Παλαιχώρι Μόρφου, ανήκουν στη γεωγραφική περιφέρεια της Πιτσιλιάς και απέχουν μόλις 43 χιλιόμετρα από το κέντρο της πρωτεύουσας. Είναι ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο, πως στους τοπογραφικούς χάρτες του νησιού, δεν διαχωρίζεται το Παλαιχώρι σε δύο χωριά, γεγονός που συχνά οδηγεί στο συμπέρασμα, πως το Παλαιχώρι αποτελεί «ένα μεγάλο κεφαλοχώρι της Πιτσιλιάς». Επιπλέον, σε χάρτες προγενέστερης εποχής, η περιοχή συναντάται με την ονομασία «Palicori».

Ο διοικητικός διαχωρισμός του Παλαιχωρίου, που στις μέρες μας είναι υπαρκτός με τη συγκρότηση δυο διαφορετικών κοινοτήτων, στηρίχθηκε στη διαχωριστική γραμμή που διαγράφει ένα φυσικό σύνορο, το «ρυάκι Παλαιχώρι» ή αλλιώς «παρακλάδι του ποταμού Περιστερώνας, παραπόταμου του Σερράχη». Στην ανατολική πλευρά, της πορείας που ακολουθεί το ρυάκι, βρίσκεται το Παλαιχώρι Ορεινής, ενώ στη δυτική το Παλαιχώρι Μόρφου.

Η περιοχή των Παλαιχωρίων δέχεται ετησίως ως μέση βροχόπτωση γύρω στα 810 χιλιόμετρα, γ’ αυτό και θεωρείται ως μια από τις καλύτερα αρδευόμενες περιοχές του νησιού. Το μεγαλύτερο μέρος της έκτασής του έχει αξιοποιηθεί γεωργικά, με μοναδική εξαίρεση τις βραχώδεις και απόκρημνες περιοχές. Οι κάτοικοι τόσο από το Παλαιχώρι Ορεινής, όσο και της Μόρφου, επιδίδονται στην καλλιέργεια αμπελιών, κατάλληλων για την παρασκευή οίνου, διαφόρων δέντρων, όπως μηλιές, αχλαδιές, κερασιές, ροδιές, οσπρίων, όπως φασολιών, κουκιών, αλλά και νομευτικών φυτών. Πρέπει να σημειωθεί πως τα φασόλια, που παραδοσιακά καλλιεργούνται στο χωριό, ανήκουν σε μια τοπική ποικιλία. Τέλος, το Παλαιχώρι φημίζεται για την παραγωγή πατατών και ντοματών, γνωστών ως «πομυλόρκα» . Είναι αξιοσημείωτο πως οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις του Παλαιχωρίου Ορεινής, αρδεύονται από το φράγμα Παλαιχώρι- Καμπί.

Ο πληθυσμός των δύο χωριών, όπως προκύπτει και από τον πιο κάτω πίνακα, ακολούθησε πτωτική πορεία. Η απογραφή του πληθυσμού, από το 1891 μέχρι και 1982, καταδεικνύει πως πληθυσμιακά υπερέχει το Παλαιχώρι της Μόρφου, με μοναδική εξαίρεση το 1891. Μεταξύ της εικοσαετίας, που μεσολαβεί από το 1901 έως και το 1921, η κοινή απογραφή των χωριών δεν αφήνει περιθώρια για ξεκάθαρα συμπεράσματα, αν και ο πληθυσμός του Παλαιχωρίου στο σύνολό του έχει αυξηθεί. Πρέπει να τονιστεί πως κατά τη περίοδο του μεσοπολέμου, ένας αξιοσημείωτος αριθμός των κατοίκων του χωριού, εργαζόταν στο μεταλλείο του Αμιάντου, γεγονός που τους εξανάγκαζε να διαμένουν στο Παλαιχώρι μόνο τα Σαββατοκυρίακα. Από τo 1960, έτος ανακήρυξης της κυπριακής δημοκρατίας, το Παλαιχώρι γνώρισε έντονα τις συνέπειες της αστυφιλίας, εφόσον ένας σημαντικός αριθμός κατοίκων μετακινήθηκε στα αστικά κέντρα του νησιού, κυρίως στο Στρόβολο της Λευκωσίας. Αρκετοί από τους κατοίκους παρέμειναν στο χωριό, παρόλο που επαγγελματικά αποκαταστάθηκαν σε κάποια από τις πόλεις του νησιού.

 

Χρονολογία Ορεινής Μόρφου
1891 460 454
1901 1051*  
1911 1272*  
1921 1538*  
1931 696 750
1946 863 1055
1960 832 1074
1973 735 948
1976 737 992
1982 546 757
2001 410 775
* κοινή απογραφή    


Η εκπαίδευση στην περιοχή ανάγεται στο 1850, όπου ο ιερέας και δάσκαλος Παπακυριάκος, μετέδιδε αφιλοκερδώς, γνώσεις στα παιδιά, άλλοτε στο σπίτι του και άλλοτε στο ύπαιθρο, εκτελώντας παράλληλα τις γεωργικές του εργασίες. Το ρόλο του διδάσκοντα, το 1865 ανέλαβε ο διάκος Αριστείδης Γεωργίου, ο οποίος συγκέντρωνε στο σπίτι του γύρω στους σαράντα μαθητές. Δίδασκε έπ’ αμοιβή, την οποία εισέπραττε από τους γονείς των μαθητών του, οκτώηχο του ψαλτηρίου και αποστόλου, εκκλησιαστική μουσική, αριθμητική αλλά και γραφή. Τα μετέπειτα χρόνια, η εκπαίδευση ήταν διαδεδομένη, όπως διαφαίνεται από τη λειτουργία δύο δημοτικών σχολείων, μέχρι και το 1980. Από το 1980, η πληθυσμιακή μείωση, λόγω κυρίως της μετακίνησης των κατοίκων για εξεύρεση εργασίας, οδήγησε το ένα εκ των δύο σχολείων σε κλείσιμο.

Προτού αναφερθούν τα διάφορα ιστορικά γεγονότα της περιοχής, κρίνεται σκόπιμη αναφορά στις πηγές που αυτά αντλούνται. Μέσα από το άρθρο του Gilles Grivaud στο βιβλίο «Τα Παλαιχώρια, Κληρονομιά αιώνων», τονίζεται η δυσκολία στην εξαγωγή ιστορικών συμπερασμάτων, γενικά για την περιοχή του Παλαιχωρίου. Σαφέστερα, αναφέρει πως την εποχή της φραγκοκρατίας, οι περισσότερες πληροφορίες αντλούνται από τις αναφορές παραχώρησης προνομίων από τους Λουζινιανούς, στον κύκλο των ευγενών της περιοχής. Συνεχίζει με τη διαπίστωση πως από την ενετοκρατία τα κείμενα περιορίστηκαν στην απλή καταγραφή των «ονομάτων των κυρίων», ενώ από τη περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, διασώζονται μόνο απογραφές του πληθυσμού. Εν αντιθέσει, σημαντική πηγή πληροφοριών αποτελεί ο Νέαρχος Κληρίδης με το συγγραφικό του έργο, που άνθισε από τα τέλη της δεκαετίας του 1940.

Χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, πως η διοικητική διαίρεση του Παλαιχωρίου δεν συναντάται σε αρκετά κείμενα της αρχαιότητας. Γι’ αυτό συχνά το Παλαιχώρι παρουσιάζεται ως «ένας και μόνος οικισμός».

Η παλαιότερη μαρτυρία για το Παλαιχώρι, χωρίς διάκριση της περιοχής
σε δυο διοικητικές ζώνες, θεωρείται η αναφορά στην παραχώρηση της περιοχής από τον Ερρίκο Β΄, τότε βασιλιά της Κύπρου, στους Ναΐτες -πιθανότατα το 12ο αιώνα. Σύμφωνα με τον ντε Μας Λατρί, στις αρχές του 14ου αιώνα, το Παλαιχώρι από τους Ναΐτες πέρασε στα χέρια των Ιωαννιτών ιπποτών. Μια άλλη πηγή θεωρεί το Παλαιχώρι, ιδιωτικό φέουδο της οικογένειας των Ιβελίνων.

Τον 14ο αιώνα, αλλά πιθανότατα ήδη από τη βυζαντινή, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο άρθρο του Grivaud, το Παλαιχώρι υφίσταται διοικητική διαίρεση, με σύνορο όπως και στις μέρες μας, τον ποταμό της Περιστερώνας. Ειδικότερα, ο οικισμός της δεξιάς όχθης, άνηκε στην «επικράτεια της Υποκομητείας», ενώ της αριστερής όχθης στην «κοντράδα της Πεντάγειας», η πιο απλά στη διοικητική περιφέρεια της συγκεκριμένης περιοχής. Η κάθε διοικητική μονάδα, η μια στα ανατολικά και η άλλη στα δυτικά του ποταμού, πιθανότατα αποτελούν τα θεμέλια των σημερινών χωριών Παλαιχωρίου, Ορεινής και Μόρφου αντίστοιχα.

Άλλωστε, η διαίρεση του Παλαιχωρίου συνάγεται και με ευκολία από την ονομασία πληθυντικού αριθμού «Παλαιχώρκα». Προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον πως μέχρι και το 1974, ο διαχωρισμός του χωριού υφίσταται και εκκλησιαστικά. Σαφέστερα μέχρι και το 1974, το Παλαιχώρι Ορεινής ανήκε αρχιεπισκοπική περιφέρεια, ενώ της Μόρφου στη μητρόπολη Κυρήνειας. Ο εκκλησιαστικός διαχωρισμός των χωριών έχει καταργηθεί στις μέρες μας, γ’ αυτό και τα δύο χωριά υπάγονται εκκλησιαστικά στην Αρχιεπισκοπή.

Η μεταγενέστερη χρονικά άποψη σχετικά με τον τρόπο συγκρότησης του Παλαιχωρίου, πηγάζει από το έργο του Νέαρχου Κληρίδη, «Χωριά και Πολιτείες». Συγκεκριμένα, από το προαναφερόμενο έργο προέρχεται η θέση πως η περιοχή του Παλαιχωρίου δημιουργήθηκε από την έλευση οικισμών, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρογονική τους εστία, εξαιτίας κάποιας καταστροφής, λόγου χάρη φυσικής, όπως ανομβρίες, έλλειψη νερού. Μερικοί από τους οικισμούς που μετακινήθηκαν στο Παλαιχώρι, σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία του Νέαρχου Κληρίδη, είναι το Μυλούρι, η Μαρούλαινα, το Κάτω Απλίκιν, ο Άγιος Νικόλαος, η Αγία Κορώνη και οι Αντωνήες ή αλλιώς Σπίδκια τους Παππάες.

Πράγματι, οι προαναφερόμενοι οικισμοί φαίνεται πως είχαν μετακινηθεί στο χωριό, αλλά δεν αποτελούν τον πυρήνα πάνω στον οποίο συγκροτήθηκε, εφόσον η ίδρυση του Παλαιχωρίου ανάγεται σε παλαιότερη εποχή. Προφανώς, η εγκατάσταση νέου πληθυσμού συνέβαλε στη δημογραφική αύξηση της περιοχής.

Στα νεότερα χρόνια, ειδικότερα στα χρόνια της αγγλοκρατίας, το Παλαιχώρι διετέλεσε έδρα διαφόρων υπηρεσιών, όπως του δικαστηρίου και του αστυνομικού σταθμού, από τις αρχές του 20ου αιώνα.

Ιδιαίτερη ήταν η συμβολή των κατοίκων του Παλαιχωρίου την περίοδο του απελευθερωτικού αγώνα κατά των Άγγλων, το 1955- 1959. Από το Παλαιχώρι προέρχονταν σημαντικοί αγωνιστές, όπως ο Κυριάκος Μάτσης, Μιχαλάκης Καραολής, ο Νίκος Γεωργίου αλλά και ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης, ο οποίος διέπρεψε και στο χώρο της πολιτικής. Η συνεισφορά των αγωνιστών Κυριάκου Μάτση, Μιχαλάκη Καραολή και Νίκου Γεωργίου τιμάται με την ανέγερση μνημείου, ενώ προς τιμή του Πολύκαρπου Γεωρκάτζη, έχει διαμορφωθεί η οικία του σε μουσείο, μέσα από το οποίο γίνεται γνωστή η ζωή του.

Επιπρόσθετα, το Παλαιχώρι είχε την τιμή να φιλοξενήσει ένα από τους ηρωϊκότερους μαχητές του απελευθερωτικού αγώνα, το Γρηγόρη Αυξεντίου, του οποίου το κρησφύγετο στο Παλαιχώρι, αποτελεί μέρος του Μουσείου Μνήμης του Απελευθερωτικού Αγώνα. Τέλος, το χωριό κοσμεί το άγαλμα της Κύπριας Μάνας, το οποίο εξυμνεί το ήθος και τη φιλοπατρία που επέδειξαν οι μανάδες που έχασαν τα παιδιά τους στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα 1955-59.

Εν κατακλείδι, η ιστορία του Παλαιχωρίου Μόρφου και Ορεινής μοιράζεται μια κοινή πορεία , εφόσον ο διαχωρισμός της θεωρείται συχνά ανέφικτος. Από την ιστορική διαδρομή των Παλαιχωρίων, κυρίαρχη θέση κατέχει η συνεισφορά των κατοίκων σε έμψυχο και άψυχο υλικό, την περίοδο του Απελευθερωτικού Αγώνα των Κυπρίων κατά των Άγγλων. Ταυτόχρονα, τα Παλαιχώρια έχουν να επιδείξουν εξαίσια έργα αρχιτεκτονικής, τόσο λαϊκής όσο και εκκλησιαστικής, μνημεία αγώνος, αλλά και αριστουργήματα τέχνης, κυρίως μέσω της εσωτερικής διακόσμησης των ναών. Χωρίς αμφιβολία, τα Παλαιχώρια, ξεχωρίζουν για την πολύχρονη ιστορική πορεία τους, για τον πολιτισμικό τους πλούτο- όπως κυρίως αναδύεται μέσω των ναών του Αγίου Λουκά, του Αγίου Γεωργίου, της Παναγίας της Χρυσοπαντάνασσας, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Αγία Σωτήρα), τη γραφικότητά τους, αλλά και για τη μοναδική φυσική ομορφιά τους.

Πηγή:
Σοφοκλέους Σοφοκλής, Τα Παλαιχώρια, Κληρονομιά αιώνων, 2002, σ. 23-29
Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τ.11, σ39-41